πρῆσις(B),ιος,ἡ, (πρήθω)
A. blowing up, distension,
τράχηλος οἰδέει πνεύματος πρήσι
Aret. SD 1.11
;ἔντασις καὶ π.(inεἰλεός) Id. CA 2.5 ;ὑπὸ τῆς π.(in dropsy) Id. SD 2.1 ;filling out, development, τραχήλου(by gymnastics) Id. CD 1.3 (pl.).
2. inflammation, ὀφθαλμῶνibid. (pl.);τῶν παρισθμίων, τοῦ ὑπεζωκότος, τοῦ πνεύμονος, τῶν νεύρων,
Id. CA 1.7 , 10 , 2.1 , 11 (pl.).