πρῑνο-βάλᾰνος [βᾰ],ὁ,
A.
f.l. for πρίνου βαλάνους (cf. Orib. Fr. 143 ), Paul.Aeg. 3.62 .
πρῑνο-βάλᾰνος [βᾰ] , ὁ , f.l. for πρίνου βαλάνους (cf. Orib. Fr. 143 ), Paul.Aeg. 3.62 .
πρῑνο-βάλᾰνος [βᾰ],ὁ,
A.
f.l. for πρίνου βαλάνους (cf. Orib. Fr. 143 ), Paul.Aeg. 3.62 .