LSJπροακτ-όςGlossπροακτ-ός , ή , όν , perh. f.l. for προαιρετός , Them. Or. 11.147d .προακτ-ός,ή,όν, perh.A.f.l. for προαιρετός , Them. Or. 11.147d .ReferencesThem. Or. 11.147d