προανᾱλίσκω,fut.
A.
-ώσω
Th. 1.141
:aor. -ανάλωσα,also -ανήλωσα
IG 22.834.3
:—use uporspend before,
χρήματα
Th.
l.c.; μνᾶν ἀργυρίου
D. 41.11
; π., ἵνα διπλάσια κομίσωνται
Lys. 19.57
; π. ἑαυτούς
D.C. 59.18
;π.τῆς γνώσεως ἑαυτούς,i.e.πρὸ τῆς γνώσεως,
Plu. 2.517a :— Pass. ,throw away one's life first,
Th. 7.81 ; of water,to be used up before,