προαπ-αυδάω,
A.
= προαπαγορεύω
1 , Hp. Prorrh. 1.8 (ap. Erot. ); μέσφι ἂν -απαυδήσῃ ἀτρ οφίῃ ἡ νοῦσος
Aret. CD 2.13
;εἰ μὴ -απηύδηκε [ἡ δύναμις] Id. CA 2.3 ;π. τῆς ἐπιθυμίας ὁ ζῆλοςPlu 2.783e .
προαπ-αυδάω , = προαπαγορεύω 1 , Hp. Prorrh. 1.8 (ap. Erot. ); μέσφι ἂν -απαυδήσῃ ἀτρ οφίῃ ἡ νοῦσος Aret. CD 2.13 ; εἰ μὴ -απηύδηκε [ἡ δύναμις ] Id. CA 2.3 ; π. τῆς ἐπιθυμίας ὁ ζῆλος Plu 2.783e .
προαπ-αυδάω,
A.
= προαπαγορεύω
1 , Hp. Prorrh. 1.8 (ap. Erot. ); μέσφι ἂν -απαυδήσῃ ἀτρ οφίῃ ἡ νοῦσος
Aret. CD 2.13
;εἰ μὴ -απηύδηκε [ἡ δύναμις] Id. CA 2.3 ;π. τῆς ἐπιθυμίας ὁ ζῆλοςPlu 2.783e .