LSJἀνηρίναστοςGlossἀνηρίναστος , ον , = ἀνερίναστος , Hsch. ἀνήριστα: ἀνέριστα, ἄπλαστα, Id.ἀνηρίναστος,ον,A.= ἀνερίναστος , Hsch.ἀνήριστα: ἀνέριστα, ἄπλαστα,Id.ReferencesHsch.Related Lemmasἀνήριστα: