ἀνήροτος,ον,
A. unploughed,
γύαι
A. Pr. 708
;without tillage,
ἀνήροτα πάντα φύονται
Od. 9.109
: neut. pl. asAdv., λειμῶνες ἀνήροτα πορφύρουσι
Opp. C. 1.462
: metaph., γυνὴ ἀ.
Luc. Lex. 19
.
unploughed,
ἀνήροτος,ον,
A. unploughed,
γύαι
A. Pr. 708
;without tillage,
ἀνήροτα πάντα φύονται
Od. 9.109
: neut. pl. asAdv., λειμῶνες ἀνήροτα πορφύρουσι
Opp. C. 1.462
: metaph., γυνὴ ἀ.
Luc. Lex. 19
.