προγίγνομαι, Ion. and laterπρογεωργ-γίνομαι [ῑ]:fut. -γενήσομαι:aor. προὐγενόμην:pf. προγέγοναand-γεγένημαι:—
A. come forward, οἱ δὲ τάχα προγένοντοquickly theycame in sight,
Il. 18.525 , cf. h.Hom. 7.7 ; ἄμυδις προγένοντο
Hes. Sc. 345
; εἴσω π.
Opp. H. 2.103
; κόπρον ἔπι π.
Call. Dian. 178
, cf. Theoc. 25.134 : c. gen., ὠκεανοῖο . . ὁπότε προγένωνται Ἰχθύες
Arat. 706
; ἀστὴρ ὑπὲρ τὸν ὁρίζοντα πρὸ ἁλίου προγενόμενος
Ti.Locr. 97a
.
II. to be born before, exist before,
ἢν . . προγεγονότες ἔωσι πρὶν . .
Hdt. 7.3