ἀνθεκτέον,
A. one must cleave to,
τούτου ἀ. τοῖς ἐπιμεληταῖς
Pl. R. 424b
; ἀ. τῆς μέσης ἕξεως
Arist. EN 1126b9
: so in pl., ἀνθεκτέα ἐστὶ τῆς θαλάσσης
Th. 1.93
.
one must cleave to,
ἀνθεκτέον,
A. one must cleave to,
τούτου ἀ. τοῖς ἐπιμεληταῖς
Pl. R. 424b
; ἀ. τῆς μέσης ἕξεως
Arist. EN 1126b9
: so in pl., ἀνθεκτέα ἐστὶ τῆς θαλάσσης
Th. 1.93
.