ἀνθεμίζομαι, in A. Supp. 73
γοεδνὰ ἀνθεμίζεσθαι,i.e. (says the Sch.)τὸ ἄνθος τῶν γόων ἀποδρέπεσθαι;cf.ἀπανθίζω.
ἀνθεμίζομαι , in A. Supp. 73 γοεδνὰ ἀνθεμίζεσθαι, i.e. (says the Sch.) τὸ ἄνθος τῶν γόων ἀποδρέπεσθαι; cf. ἀπανθίζω.
ἀνθεμίζομαι, in A. Supp. 73
γοεδνὰ ἀνθεμίζεσθαι,i.e. (says the Sch.)τὸ ἄνθος τῶν γόων ἀποδρέπεσθαι;cf.ἀπανθίζω.