προεδρ-εύω,
A. to be πρόεδρος, act as president,
Arist. Ath. 44.3 ; φυλὴ ἥτις προεδρεύσει
Aeschin. 1.33
; π. τῆς βουλῆς
D. 22.9
; τοῖς ἐναντία τοῖς νόμοις προεδρεύουσι
Hyp. Phil. 5
.
II. sit in the front rowin the theatre, Luc. JTr. 8 , 11 .
to be
προεδρ-εύω,
A. to be πρόεδρος, act as president,
Arist. Ath. 44.3 ; φυλὴ ἥτις προεδρεύσει
Aeschin. 1.33
; π. τῆς βουλῆς
D. 22.9
; τοῖς ἐναντία τοῖς νόμοις προεδρεύουσι
Hyp. Phil. 5
.
II. sit in the front rowin the theatre, Luc. JTr. 8 , 11 .