προεῖπον(also
A.
-εῖπα
Plb. 3.114.8
),aor.with nopres.in use,προλέγωandπροαγορεύωbeing used,part. προειπών, inf. προειπεῖν:—foretell,
Pl. Euthphr. 3c , al., Gal. 14.601 ;premise,
τοῦτο προειπόντα ἐπειπεῖν τὰ ἔμπροσθεν
Arist. Rh. 1394b31
.
II. proclaimordeclare publicly,
ἀλλήλοισι πόλεμον π.
Hdt. 7.9
. β́; ξεινίην τοῖσι Ἀκανθίοισι π.
Id. 7.116
; ἀγῶνας ἑκάστοις
X. Cyr. 1.6.18
;νικητήρια ταῖς τάξεσιib. 2.1.24 ; θάνατον αὐτῷ π. μὴ πράξαντι ταῦτα