προεισ-ηγέομαι,
A. introduce previously,
Pass. , οἷς μὴ ἀρέσκοιτο τὰ προεισηγημένα
J. AJ 19.2.2
( v.l. προεισηγμένα ).
introduce previously,
προεισ-ηγέομαι,
A. introduce previously,
Pass. , οἷς μὴ ἀρέσκοιτο τὰ προεισηγημένα
J. AJ 19.2.2
( v.l. προεισηγμένα ).