LSJἀνθερ-ίσκοςGlossἀνθερ-ίσκος , ὁ , = ἀνθέρικος , dub. in AB 403 .ἀνθερ-ίσκος,ὁ,A.= ἀνθέρικος , dub. in AB 403 .ReferencesAB 403