ἀνθήλιον,τό,
A.
f.l. for ἀνθύλλιον , Dsc. 3.156 , 4.121 ; = κανθήλιον , Charax 21 :—ἀνθήλια: περιδέρματα,
Hsch. (-ηλά: περίδερμαcod.).
ἀνθήλιον , τό , f.l. for ἀνθύλλιον , Dsc. 3.156 , 4.121 ; = κανθήλιον , Charax 21 :— ἀνθήλια: περιδέρματα, Hsch. ( -ηλά: περίδερμα cod.).
ἀνθήλιον,τό,
A.
f.l. for ἀνθύλλιον , Dsc. 3.156 , 4.121 ; = κανθήλιον , Charax 21 :—ἀνθήλια: περιδέρματα,
Hsch. (-ηλά: περίδερμαcod.).