προήκω,
A. to have gone before, be the first,
ἀξιώσει
Th. 2.34
; χρήμασι
X. HG 7.1.23
; χρόνῳ τῶν ἄλλων
S.E. M. 9.1
;τοῖς χρόνοιςib. 1.204 .
2. to have advanced,
π. ἐς βαθὺ τῆς ἡλικίας
Ar. Nu. 513
; τὴν ἡλικίαν
LXX 4 Ma. 5.4
; ἡλικίᾳ
D.C. 58.27
; καθ' ἡλικίαν
Plu. Alc. 13