LSJἀνθήμωνGlossἀνθήμων , ον , gen. ονος , = ἀνθηρός, κυτίνοιο . . καρπόν Nic. Al. 610 .ἀνθήμων,ον, gen.ονος,A.= ἀνθηρός, κυτίνοιο . . καρπόνNic. Al. 610 .ReferencesNic. Al. 610