προικός: πονηρός, οἱ δὲ μωρός,
Hsch. (leg.πρόκοςorπρόκοος);
A.
= πτωχός , Id. (leg.προί̈κτης).
προικός: πονηρός, οἱ δὲ μωρός, Hsch. (leg. πρόκος or πρόκοος ); = πτωχός , Id. (leg. προί̈κτης ).
προικός: πονηρός, οἱ δὲ μωρός,
Hsch. (leg.πρόκοςorπρόκοος);
A.
= πτωχός , Id. (leg.προί̈κτης).