προκατ-έχω,
A. holdorgain possession of beforehand, preoccupy,
τὴν πόλιν
Th. 4.105
; τὸ ἄκρον
X. HG 5.4.59
; τὸν διάπλουν
Plb. 1.61.1
; τὰς παρόδους
Plu. Nic. 26
; διὰ τὸ προκατεσχῆσθαι φρουρᾷ [τὴν ἄκραν
Plb. 8.31.1
: simply,occupy,
ὃν προκατεῖχε τόπον
Ael. Tact. 25.7
:— Med. ,hold down before oneself,
προκατέσχετο χερσὶ καλύπτρην