προ-κρίνω [ῑ],
A. choose before others, prefer, select,
Th. 4.80 ; πρῶτον τῶν ἀγαθῶν αὐτὸ προκρίνοντες
Pl. Lg. 870b
, etc.; προκρίνας οἵπερ ἀλκιμώτατοι
E. Ph. 743
, cf. 746 , Hel. 47 ; π. τινὰς ἐκ πάντων
Hdt. 1.70
:— Med. , τούτους ἐκ τῶν προκρίτων προκρινάμενος
Pl. R. 537d
:— Pass. ,to be preferred before others, ταῦτα ἦν τὰ προκεκριμένα [γένεα] themost eminent,
Hdt. 1.56 , cf. 9.26 ; εἴ τις δ' ὑμῶν κάλλει προκριθῇ
Cratin. 28
; προκριθῆναι ὑφ' ὑμῶν ἄρχοντα
X. An. 6.1.26
, cf. HG 6.5.34 ; ὁ προκριθεὶς καὶ ὁ προκρίνων