πρόκροσσοι,αι,α, orοι,
A. a, ranged in rowsorranks,of ships on a narrow beach, Il. 14.35 ; πρόκροσσαι ὅρμεον τὸ ἐς πόντον καὶ ἐπὶ ὀκτὼ νέας
Hdt. 7.188
;πέριξ αὐτὸ(sc.τὸ χαλκήϊον) γρυπῶν κεφαλαὶ πρόκροσσοί εἰσι
Id. 4.152
;συνδέσεις οὐ περιφερεῖς, ἀλλὰ πρόκροσσαιnot round, butranged in ranks,
Democr. ap. Thphr. Sens. 79 , cf. Opp. H. 4.606 : metaph.,πρόκροσσοι φερόμενοι ἐπὶ τὸν κίνδυνονrushingin serried ranksinto danger, Agathocl. 4 .
II. later in sg.,fringed,
π. περίβλημα
Poll. 7.52
.