προκύπτω,
A. point forwards and downwards, ἄκρος ὁ ποὺς ἧσσόν τι -κύπτειν ἐθέλει ἐς τοὔμπροσθεν(in dislocations) Hp. Art. 59 .
2. stick one's head out, peep out,
ἐκ τοῦ δίφρου
D.C. 64.6
; διά τινων ὀπῶν
S.E. M. 7.350
, cf. 364 : c. gen., τῆς καλύβης
Alciphr. 3.30
; θυρίδων
Babr. 116.3
.
3. peep out, emerge,
ἔξω τείχους
Ar. Av. 496
; of things, τιτθίον
Id. Ra. 415