προλέγω,
A. pick out, choose, prefer,
Ἀθηναίων προλελεγμένοι
Il. 13.689
; ἐξοχώτατοι προλέγονται
Pi. N. 2.18
; ἀριστῆες πασᾶν ἐκ πολίων προλελεγμένοι
Theoc. 13.18
.
II. foretell,
Aeol.
aor. part.
προλέξαις
Alc. Supp. 22.7
;predict,of an oracle, Hdt. 1.53 , 8.136 ; μέμνησθ' ἁγὼ προλέγω
A. Pr. 1071
(anap.), cf. S. OT 973 ;π. πρόρρησιν,of a physician,v.l. in