προλείπω,
A. forsake, abandon,
νεκρόν
Il. 17.275
; κτήματα. . ἄνδρας τε
Od. 3.314
; σε . . οὐ δύναμαι π. δύστηνον ἐόντα
13.331
; φεύγει πηούς τε προλιπὼν καὶ πατρίδα γαῖαν
23.120
; φιλίην
Thgn. 1102
, cf. 351 ;οὐκ
ἔτλη Επάρτης ἡγεμόνας προλιπεῖν
Simon.
ap. Hdt. 7.228 ; πατέρα . . ἐν λυγρῷ γήρᾳ
S. Aj. 507
;χώραν π. abandonone's post, Th. 2.87 ; τὸ τῶν ξυμμάχων κοινόν