ἀνθομολογ-έομαι,
A. make a mutual agreementorcovenant,
πρός τινα
D. 33.8
(s.v.l.), Plb. 5.105.2 ; ὑπέρ τινος
15.19.9
; τινί
PTeb. 21.6
(ii B.C.);περί τινοςib. 410.14 ( 16
A.D. ).
II. confess freely and openly,
τὰς ἀρετάς τινος
D.S. 1.70
; ἁμαρτίας
J. AJ 8.10.3
; τὸν τοῦ βασιλέως θάνατον
Plb. 15.25.4
: abs., 30.8.7 .