προμηθ-ής, Dor.
προμᾱθής,ές,
A. forethinking, provident,
μέλλησις
Th. 3.82
;τὸ π.,
= προμήθεια , Id. 4.92 ; εἰς τὸν ἔπειτα βίον -έστερος
Pl. La. 188b
: Sup. , -έστατον σόφισμα
Hdn. 3.2.3
(s.v.l.);troubling oneself, caring abouta thing, τοῦ θανεῖν
S. El. 1078
(lyr.).Adv.
-θῶς
J. BJ 1.27.2
; ὁ ἀριθμὸς τῶν μυῶν π. ἐξεύρηται
Gal. UP 5.14