LSJπροοιμι-αστικόςGlossπροοιμι-αστικός , ή , όν , = προοιμιακός, ἔννοιαι Men.Rh. p.376S.προοιμι-αστικός,ή,όν,A.= προοιμιακός, ἔννοιαι Men.Rh. p.376S.Referencesp.376S.