προορ-άω,fut. πρόψομαι:pf. προεόρᾱκα: (cf.προεῖδον):—
A. see before one, look forward to,
τὰ ἔμπροσθεν
Id. HG 4.3.23
;see what is just before the eyes,
Th. 7.44 : abs.,look before oneorforward, εἰς τὸ πρόσθεν
Arist. HA 524a14 ; ὀφθαλμοῖς π.
X. Cyr. 4.3.21
.
2. foresee,
τὸ μέλλον γίνεσθαι
Hdt. 5.24
, etc.; π. ὀλίγα περὶ τοῦ μέλλοντος
X. Cyr. 3.2.15
; ἑαυτοῖς τὸ ἐπιόν
Id. Smp. 4.5
; πρὸ τῶν πραγμάτων π. οὐδέν