προόρ-ισμα,ατος,τό,
A.
= οὐρός , in pl., Hsch.
s.v. οὔρους (οὖροςandοὐρόςconfused).
προόρ-ισμα , ατος , τό , = οὐρός , in pl., Hsch. s.v. οὔρους ( οὖρος and οὐρός confused).
προόρ-ισμα,ατος,τό,
A.
= οὐρός , in pl., Hsch.
s.v. οὔρους (οὖροςandοὐρόςconfused).