LSJπροπέτασμαGlosscurtainπροπέτασμα,ατος,τό,A. curtain: metaph., ὁ λόγος μεθέμενος τῶν π. αὐτοπρόσωπος διαλέξεταιThem. Or. 13.165c.ReferencesThem. Or. 13.165c