πρόποσις,εως,ἡ, (πίνω)
A. drinking beforeortoone,προπόσεις πίνεινdrinkhealths,
Alex. 49 ; πιὼν . . προπόσεις τρεῖς ἴσως ἢ τέτταρας
Antiph. 82
;π. ἀποδωρεῖσθαι, ὀρέγειν,
Critias Fr. 6.3 , 7
D. , al.; λαμβάνειν
Plb. 30.26.6
, cf. AP 5.133 ( Posidipp. ); προπόσεις ἐν τοῖς συμποσίοις ποιεῖν
Ath. 10.432d
; δεξιοῦσθαι ἀλλήλους ταῖς π.
J. AJ 6.14.6
, cf. Alciphr. Fr. 6.18 .
2. drinkitself, Simon. 167.6 ; Βρομίου νεκτάρεαι π.
BMus.Inscr. 1036
(Caria).