LSJπροσαιτ-ητήςGlossπροσαιτ-ητής , οῦ , ὁ , = προσαίτης , Hsch. s.v. προί̈κτης.προσαιτ-ητής,οῦ,ὁ,A.= προσαίτης , Hsch.s.v. προί̈κτης.ReferencesHsch.