προσᾰν-ᾱλίσκω,fut. -ανᾱλώσω,
A. lavishorconsume besides,καὶ τὰ τῶν φίλων π. Pl. Prt. 311d ; τὰς ἰδίας οὐσίας
D. 20.10
, cf. D.C. 43.18 ; π. οὐκ ὀλίγα χρήματα
IG 22.834.7
;π. χρόνον ἱστοῖς waste furthertimeon . ., D.L. 6.98 ; μισθούς τινι
Porph. Abst. 1.56
.