προσαπ-ερείδομαι, Pass. ,
A. press forcibly against, πρός τι
Arist. Pr. 937b36
;lean on, αἱ ἐγκλιτικαὶ -ηρεισμέναι προκειμένῳ μορίῳ
A.D. Synt. 131.9
: metaph.,rely mainly upon, ἐπὶ τὰς συνθήκας
Plb. 3.21.3
.
press forcibly against
προσαπ-ερείδομαι, Pass. ,
A. press forcibly against, πρός τι
Arist. Pr. 937b36
;lean on, αἱ ἐγκλιτικαὶ -ηρεισμέναι προκειμένῳ μορίῳ
A.D. Synt. 131.9
: metaph.,rely mainly upon, ἐπὶ τὰς συνθήκας
Plb. 3.21.3
.