προσαπο-θλίβω [ῑ],
A. press against, τινὰ τῇ θύρᾳ
J. AJ 9.4.4
; τοῖς βουβῶσι τὸ κατόπιν τῆς ὀσφύος
Alciphr. Fr. 6.13
.
press against
προσαπο-θλίβω [ῑ],
A. press against, τινὰ τῇ θύρᾳ
J. AJ 9.4.4
; τοῖς βουβῶσι τὸ κατόπιν τῆς ὀσφύος
Alciphr. Fr. 6.13
.