προσβοηθ-έω, Ion.
προσβοηθ-βωθέω,
A. come to aid, abs.,ναυσὶ π. Th. 2.25 , cf. 6.66 , 69 , etc.;δέκα ναυσὶν ἐκ τῶν Ἀθηνῶν withten ships . . , Id. 8.23 ;στρατιᾷ καὶ ἵπποις v.l. in
X. HG 1.3.5 ;προσβωθῆσαι ἐς τὴν Βοιωτίην v.l. in
Hdt. 8.144 ; οἷ αὐτοῖς ὁ στρατὸς προσεβεβοηθήκει
Th. 1.50
.