προσεκ-κόπτω,
A. extirpate besides,καὶ τὰ ἄλλα [δένδρα], καὶ τὸν ἕτερον [ὀφθαλμόν], Teles p.59 H.;τὸν δράκοντα
f.l. for προεκκ- in Lib. Ep. 1385.5 .
extirpate besides
προσεκ-κόπτω,
A. extirpate besides,καὶ τὰ ἄλλα [δένδρα], καὶ τὸν ἕτερον [ὀφθαλμόν], Teles p.59 H.;τὸν δράκοντα
f.l. for προεκκ- in Lib. Ep. 1385.5 .