προσεξ-ανδρᾰποδίζομαι,
A. enslave besides, τὸν Ὀρχομενὸν καὶ τὴν Κορώνειαν
Id. 19.112
; γυναῖκας καὶ τέκνα
Paus. 3.23.4
.
enslave besides
προσεξ-ανδρᾰποδίζομαι,
A. enslave besides, τὸν Ὀρχομενὸν καὶ τὴν Κορώνειαν
Id. 19.112
; γυναῖκας καὶ τέκνα
Paus. 3.23.4
.