προσεπι-σπάομαι, Med. ,
A. draw towards oneself, Hp. Acut. (Sp.) 59 (v.l.); μάρτυρα
Plb. 12.13.3
;τὴν τῷ στρατηγῷ καθήκουσαν ἐξουσίανMitteis Chr. 31 viii 30
(ii B.C.); τριήρεις
D.S. 13.77
.
draw towards oneself
προσεπι-σπάομαι, Med. ,
A. draw towards oneself, Hp. Acut. (Sp.) 59 (v.l.); μάρτυρα
Plb. 12.13.3
;τὴν τῷ στρατηγῷ καθήκουσαν ἐξουσίανMitteis Chr. 31 viii 30
(ii B.C.); τριήρεις
D.S. 13.77
.