προσετέον, (προσίεμαι)
A. one must admit, ἔνια
Ph. 1.267
.
II. προσετέος,α,ον ,to be admitted, οὐδὲ π. τἀναντία
Chrysipp.Stoic. 2.90
(prob.).
one must admit
προσετέον, (προσίεμαι)
A. one must admit, ἔνια
Ph. 1.267
.
II. προσετέος,α,ον ,to be admitted, οὐδὲ π. τἀναντία
Chrysipp.Stoic. 2.90
(prob.).