προσην-ής, Dor.
προσᾱνής ές,
A. soft, gentle, Emp. 130 , etc.; ξενία
Pi. P. 10.64
; γλίσχρασμα λεῖον . . καὶ π.
Hp. Acut. 10
;προσανέα πίνεινdrinksoothingdraughts, Pi. P. 3.52 , cf. Hp. Acut. 21 ; αἱ κατὰ σάρκα . . -εῖς κινήσεις
Epicur. Fr. 411
; τὰ -έστατα βρωτὰ καὶ ποτά
D.S. 17.28
;τόπος ἐνδιατρῖψαι . . -έστατος most pleasant, Id. 3.69 ; τὰ ἀπήνεμα καὶ π.
D.Chr. 6.33
; π. ὁμιλίαι
Plu. 2.46e
; λεία καὶ π. κίνησις
Ph. 1.322