προσκοινωνέω,
A. to be partaker,τινος ofa thing,share init, Pl. Sph. 252a ; τῶν δρωμένων
D.C. 66.12
;στάσεών τινι withone, Pl. Lg. 757d ;τινι
SIG 364.27 (Ephesus,iii B.C.).
II. giveonea share of . ., π. σφίσι τῶν παρόντων
D.C. 37.56
;π. τούτῳ ἀπὸ τῶν ὑμετέρων χρημάτωνD 34.36 .