προσ-κοπή(B),ἡ,=πρόσκομμα,
A. offence taken,φθόνος καὶ π. Plb. 6.7.8 ; π. καὶ μύσος
Id. 30.29.7
;πρός τινα ἀλλοτριότης καὶ π. Id. 31.10.4 , cf. Phld. Po.Herc. 994.38 , D.S. 31.17 ;νοσήματα κατὰ προσκοπὴν γινόμενα, i.e. antipathies, Chrysipp.Stoic. 3.102 ; προσκοπῆς ἄξιος
S.E. M. 1.195
: butμηδεμίαν π. διδόναιgive nocause of offence, 2 Ep.Cor. 6.3 .