LSJπροσκόπησιςGlossπροσκόπησις , εως , ἡ ,= προσκοπή (A), Aq. , Sm. Ez. 7.7 .προσκόπησις,εως,ἡ,=προσκοπή(A), Aq. , Sm. Ez. 7.7 .