προσοιστέος,α,ον, (προσφέρω)
A. to be added to, οὐ προσοιστέος ἄλλος [θάνατος] πρὸς ἄλλῳ
E. Hec. 394
;στέφανος π. Alex. 250 .
2. to be offered, [θεῷ] Jul. Ep. 89b .
II. προσοιστέον one must apply, πρέπουσαν μηχανήν
Ar. Th. 1132
, cf. Pl. Phdr. 272a , etc.; γυμνάσια
Arist. Pol. 1338b40
.
III. (προσφέρομαι)to be administered(as food or medicine),τὰ π. Hp. Acut. 3 .
2. προσοιστέον one must deal with,τισι
Aristid. Or. 33(51).15 .