πρόσορος,ον, Ion.
πρόσουρος
Hdt. (v. infr.), once in S.,Ph. 691 :—
A. adjoining, bordering on, Αἰγύπτου τὰ πρόσουρα Λιβύῃ
Hdt. 2.18
, cf. 3.97 , 102 ;τῇ Ἀραβίῃ, π. ἐούσῃ(sc.τῇ Αἰγύπτῳ) Id. 2.12 ; X. in Att. form, τὰ πρόσορα
Cyr. 6.1.17
, cf. D.C. 36.53 , Poll. 1.177 , etc.:—in S. l.c.,ἵν' αὐτὸς ἦν πρόσουρος οὐκ ἔχων βάσιν, πρόσουρονshd. be read.