προσπτύσσω,
A. embrace,βρέτας, σῶμα, E. El. 1255 , 1325 (anap.); Ep.
ποτιπτ-
Orph. L. 322 .
B. mostly Med.
προσπτύσσομαι, Ep.
ποτιπτ-(but in Od. 2.77
προτιπτ-, acc. to Sch.):fut.
-πτύξομαι
Od. 11.451
, etc.:aor. -επτυξάμην, Ep.
-πτυξάμην
4.647
, etc.:pf.
-έπτυγμαι
Pi. I. 2.39
:—cling close to, προσπτύσσεται πλευραῖσιν ἀρτίκολλος ὥστε τέκτονος χιτὼν ἅπαν κατ' ἄρθρον