προστᾰτ-έω,=foreg.:
A. ruleover, lord it over, χθονός
E. Heracl. 206
; αἰσχρὸν προστατεῖν γε δωμάτων γυναῖκα
Id. El. 932
; τῆς πόλεως
Pl. Grg. 519c
; τῶν μεγίστων
Id. La. 197e
;π. τοῦ ἀγῶνος to be stewardof the games, X. An. 4.8.25 ;π. νούσου, of a physician,to be in charge, Hp. Praec. 13 ; τοῦ λύχνου τῶν ἱερῶν
POxy. 1453.14
(i B.C.): abs.,ὁ προστατῶν he that acts as chief,v.l. in
X. Cyr. 8.3.25 ; ὅταν δημοκρατουμένη πόλις ἐλευθερίας διψήσασα κακῶν οἰνοχόων προστατούντων τύχῃ
Pl. R. 562d
; = προστατεύω