LSJἄνῐοςGlossἄνῐος , ον , = ἀνιαρός , A. Pers. 256 , 1055 , 1061 ; ἄνιος: ἀνατεπείς (sic), Hsch.ἄνῐος,ον,A.= ἀνιαρός , A. Pers. 256 , 1055 , 1061 ;ἄνιος: ἀνατεπείς(sic), Hsch.ReferencesA. Pers. 25610551061Hsch.