LSJπροτιάπτωGlossπροτιάπτω , προτιβάλλομαι , προτιειλεῖν , προτιείποι , v. προσ- .προτιάπτω,προτιβάλλομαι,προτιειλεῖν,προτιείποι,A.v. προσ- .Related Lemmasπροτιβάλλομαιπροτιειλεῖνπροτιείποι